Ο Σύλλογος ιδρύθηκε το 2003. Δραστηριοποιούμαστε στην παροχή υποστήριξης και καθοδήγησης στους γονείς για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστούν την διαφοροποίηση των παιδιών τους. Διενεργούμε δοκιμασίες μέτρησης και αξιολόγησης χαρακτηριστικών και παρέχουμε συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη σε χαρισματικούς και τις οικογένειές τους.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Νοέμβριος 2009 - Μια προσωπική μαρτυρία - αφήγηση

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε τον Νοέμβριο του 2009.
Με αφορμή μία συνέντευξη, αποτελούσε μια προσωπική αναδρομή, μια συνολική ανασκόπηση της ζωής με τα παιδιά, ήταν ο μέχρι τότε απολογισμός μου.
_______________________________________________
Στην Ελλάδα, η απουσία ειδικής εκπαιδευτικής μεταχείρισης για τα χαρισματικά παιδιά έχει παρεμποδίσει σημαντικά την εξέλιξη πολλών εξ αυτών. “Ξεχωριστές” προσωπικές ικανότητες “βούλιαξαν”, και εξακολουθούν να “βουλιάζουν”, στα βαλτόνερα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, βασισμένου εξ ολοκλήρου σε ηλικιακά κριτήρια, ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που δεν αφήνει περιθώρια για πρώιμη ένταξη στο σχολείο, ή/και επιτάχυνση τοποθέτηση δηλαδή του παιδιού σε μεγαλύτερη σχολική τάξη, ούτε καν για εμπλουτισμό παροχή δηλαδή πρόσθετων γνώσεων στο παιδί, ανάλογα προς τις ανάγκες του. 
Ο Αναστάσιος αναγνωρίστηκε πολύ νωρίς ως χαρισματικό παιδί˙ αναπτυξιακά υπερτερούσε κατά πολύ, παρουσίαζε μια εντυπωσιακή εγρήγορση σχεδόν από τη μέρα που γεννήθηκε, και ανταποκρινόταν σε ερεθίσματα από πολύ νωρίς˙ έμαθε να τρώει με κουτάλι από 6 μηνών, έπινε χυμούς με καλαμάκι από 8 μηνών, περπάτησε 9 μηνών και απέκτησε έλεγχο της τουαλέτας 1,5 χρονών˙ παρόλο που άργησε να μιλήσει, κάνοντάς μας να ανησυχούμε ότι μπορεί να εμφανίζει διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή στο φάσμα του αυτισμού, μίλησε 3 χρονών με εντυπωσιακό, ολοκληρωμένο και άρτια δομημένο λόγο, όπου μεταξύ άλλων γνώριζε την ώρα, χωρίς ποτέ κανείς να του την έχει διδάξει, και παθιαζόταν με την συμπλήρωση παζλ, την ενασχόληση με παιχνίδια λογικής, και την δημιουργία δικών του παιχνιδιών χρησιμοποιώντας ως πρότυπα το “φιδάκι” ή τον “γκρινιάρη”˙ στα 4 γνώριζε να διαβάζει αλλά και να γράφει με ορθότητα και ακρίβεια ακόμη και τα δίψηφα φωνήεντα, έκανε προσθέσεις, αφαιρέσεις και πολλαπλασιασμούς με εντυπωσιακή ευκολία, και έπαιζε Monopoly και τάβλι υπολογίζοντας σωστά τις ζαριές˙ στα 5 δακτυλογραφούσε στον υπολογιστή, είχε μια εξαιρετική παρατηρητικότητα και μια αφομοιωτική ικανότητα που κατέπλησσε, μια ωριμότητα σχεδόν ενήλικα και οι ερωτήσεις του, επιστημονικού, φιλοσοφικού και υπαρξιακού περιεχομένου, συχνά μας έφερναν σε δύσκολη θέση επειδή ήταν δύσκολο να απαντηθούν.
Αυτό το παιδί υποχρεώθηκε να ακολουθήσει το τυπικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα σπουδών, γιατί, παρόλο που καταβλήθηκε προσπάθεια να ενταχθεί πρώιμα στο σχολείο, εντούτοις υφίστατο ο κίνδυνος νομικών κυρώσεων, αν αποτολμούσαμε εγγραφή του σε ηλικία μικρότερη από αυτήν που προβλέπει η νομοθεσία. Ωστόσο, η αγωνία μας ήταν τέτοια που μας οδήγησε να αναζητήσουμε λύση προκειμένου να υπερκερασθούν τα εμπόδια που θέτει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και έτσι πετύχαμε την επιτάχυνση του παιδιού κατά δύο έτη, αν και οι ικανότητές του, τόσο σε γνωστικό όσο και γνωσιακό και συναισθηματικό επίπεδο, καθιστούσαν δυνατή την επιτάχυνσή του ακόμη και κατά πέντε έτη.
15 χρονών σήμερα [το 2009], και ενώ θα μπορούσε να πραγματοποιεί ήδη μεταπτυχιακές σπουδές, φοιτά στην Γ’ Λυκείου, και προσπαθεί, όπως και πολλά άλλα χαρισματικά παιδιά, να επιβιώσει σ’ ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον όπου αφήνει τα παιδιά στο έλεος της ρουτίνας και της πλήξης μέσα σ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα που επιχειρεί να “χορτάσει τους ελέφαντες με μια χούφτα χορταράκια”. Ελπίζει ότι θα μπορέσει να πετύχει στις πανελλαδικές εξετάσεις και να εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο και αργότερα να εξασφαλίσει υποτροφία για συνέχιση των σπουδών του στο ΜΙΤ.
Από την άλλη, ο Νικόλας, ένα εξίσου εξαιρετικά χαρισματικό παιδί, δεν αναγνωρίστηκε εγκαίρως, επειδή ήταν το πρώτο μας παιδί και θεωρούσαμε ότι τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά που εμφάνιζε, ήταν χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται σε όλα τα παιδιά αντίστοιχης ηλικίας. Για τον Νικόλα, είχαμε την αίσθηση ότι “γεννήθηκε γνωρίζοντας τον κόσμο”˙ είχε μια εκπληκτική αντίληψη των όσων γινόταν γύρω του από τη μέρα που γεννήθηκε, 6 μηνών “διάβαζε” πάνινα βιβλία, ήδη 10 μηνών περπατούσε με άνεση, 14 μηνών συμπλήρωνε παζλ με 15-20 κομμάτια, και μιλούσε με εντυπωσιακό, ολοκληρωμένο και άρτια δομημένο λόγο (για παράδειγμα: τώρα θα πάμε να πετάξουμε τα σκουπίδια στον σκουπιδοτενεκέ), έμαθε να διαβάζει και να γράφει μόνος του πριν ακόμη πάει στα προνήπια.
Σήμερα, 17 χρονών [το 2009], ένα παιδί με ισχυρή προσωπικότητα, ισχυρή δημιουργική σκέψη και συλλογιστική, εξαιρετική κριτική ικανότητα, με ισχυρή διαμορφωμένη προσωπική άποψη και έντονο αίσθημα δικαίου, αιχμηρός και δηκτικός απέναντι στις καταστάσεις, με ανατρεπτική στάση για τη ζωή, και με μια ασυνήθιστη και ιδιότυπη αίσθηση του χιούμορ που εκλαμβάνεται πολλές φορές από τους ενήλικες ως ειρωνεία, δεν τα καταφέρνει τόσο καλά να επιβιώσει σ’ αυτό το εκπαιδευτικό περιβάλλον, όπου αφήνει τα παιδιά στο έλεος της ρουτίνας και της πλήξης μέσα σ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα που “θέλει τα τσίτα στον καναπέ”˙ έχασε νωρίς τα εσωτερικά του κίνητρα και φτάνοντας στην εφηβεία, όπου το αίσθημα του “ανήκειν” είναι πολύ έντονο, θυσίασε την αληθινή του φύση για να ενταχθεί στην ομάδα των χρονολογικά συνομηλίκων του, παρουσίασε σταδιακά όλο και πιο χαμηλή σχολική επίδοση, αγγίζοντας τα όρια της σχολικής αποτυχίας, προοιωνίζοντας το μέλλον του αβέβαιο, εκεί που, υπό άλλες εκπαιδευτικές συνθήκες, θα προδιαγραφόταν λαμπρό.
Ο Νικόλας αναφέρει για τον εαυτό του, και φαίνεται να έχει δίκιο, ότι “κάηκε στη διαδρομή”˙ δοκιμάζεται από το σύνδρομο του boreout πλήξη, ανία, ανύπαρκτες προκλήσεις, που κάνουν ένα δημιουργικό και δυναμικό άτομο σαν αυτόν, να χάσει κάθε ενδιαφέρον και κάθε κίνητρο και να νιώθει δυστυχής επειδή ποτέ δεν απαιτείται από αυτόν να δώσει τα μέγιστα που μπορεί κι έτσι αναγκάζεται να χάνεται εν ώρα σχολείου στα πιο βαθιά χασμουρητά ή να προβαίνει σε οριακές, και κάποιες φορές ακραίες ενέργειες, καθώς πλήττει αφόρητα να κάνει κάτι που δεν τον αφορά.
Τα παιδιά μου αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις που αποδεικνύουν την πλήρη ακαταλληλότητα του εκπαιδευτικού συστήματος σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση των χαρισματικών παιδιών, και υπογραμμίζει την αδιαφορία, την ανικανότητα, την αδράνεια, με την οποία η Πολιτεία ίσταται μπροστά στην απώλεια πολύτιμων εξαιρετικών μυαλών.
Αν θα επιχειρούσα να περιγράψω την όλη εμπειρία τού να υπάρχει ένα χαρισματικό παιδί (ή και δύο) στην οικογένεια, θα το όριζα με μία λέξη ως “γολγοθά”˙ τόσο σε ότι αφορά ενδογενή προβλήματα –γνωστικό, γνωσιακό και συναισθηματικό τομέα των παιδιών και των άλλων μελών της οικογένειας, όσο και εξωγενή  –σε ότι αφορά στάσεις και συμπεριφορές όσων έρχονται σε επαφή με το παιδί και την οικογένεια.
Όταν, από την παρατήρηση της όλης συμπεριφοράς τους, διαπιστώσαμε ότι τα παιδιά διαφοροποιούνταν από τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους, αρχίσαμε να αναζητούμε βιβλιογραφία, αλλά και φορείς που θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε, τόσο για να επιβεβαιώσουμε την εκτίμησή μας αυτή, όσο και για να ζητήσουμε βοήθεια. Θυμάμαι ότι είχα στείλει ένα e-mail σε μια λίστα εκπαιδευτικών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου˙ ήταν πραγματικά ένα σοκ οι απαντήσεις που έλαβα: δριμύτατες κριτικές και κακοηθέστατα σχόλια, εντονότατες επικρίσεις, κάποιος με αποκάλεσε “τρελοκαμπέρω”.
Αν μας ενδιέφερε απλά να γνωρίζουμε το βαθμό ευφυΐας των παιδιών, θα μπορούσαμε να κάνουμε το τεστ νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο ή σε κάποιον ιδιωτικό Φορέα˙ όμως θέλαμε να έχουμε πιστοποίηση από επίσημο φορέα, για να έχουμε τη δυνατότητα να ζητήσουμε ειδική εκπαιδευτική μεταχείριση (πιστεύαμε τότε ότι υπήρχε αυτή η δυνατότητα), αλλά και γιατί δεν θέλαμε να κατηγορηθούμε ότι “μαγειρέψαμε” τα αποτελέσματα˙ έτσι, απευθυνθήκαμε στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας. Ήταν “γροθιά στο στομάχι” η αντιμετώπιση του προσωπικού και κυρίως του παιδοψύχιατρου - Διευθυντή του Κέντρου˙ παράλογα απαξιωτική, υποτιμητική και μειωτική στο πρόσωπό μας συμπεριφορά, αποκομίσαμε την αίσθηση ότι είμαστε κατάπτυστοι, ελεεινοί, άθλιοι γονείς, πως τολμάμε να ζητήσουμε κάτι τέτοιο !!!
Ακόμη και τώρα, πάνω από μια 10ετία μετά [το 2009], η συντριπτική πλειονότητα των γονιών, προσκρούει στην άρνηση των υπηρεσιών να χορηγήσουν τα τεστ αξιολόγησης, στην απαξιωτική, υποτιμητική ή/και μειωτική αντιμετώπιση και στην επικριτική έως χλευαστική στάση λειτουργών ΚΔΑΥ και Ιατροπαιδαγωγικών Κέντρων, που αρνούνται να διενεργήσουν δοκιμασίες μέτρησης νοημοσύνης με το αιτιολογικό ότι ο ρόλος των υπηρεσιών αυτών δεν είναι να διαγιγνώσκουν τα χαρισματικά παιδιά !!!
Τα παιδιά μου υπέφεραν τα πάνδεινα στο σχολείο, και μαζί τους κι εμείς, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια˙ ήταν πάντα διπλά περιθωριοποιημένα στο σχολείο˙ και γιατί ήμασταν “ξένοι” αφού η πόλη που μένουμε δεν είναι γενέτειρα πόλη για μένα και τον σύζυγό μου, και γιατί ήταν “αταίριαστα” με τα άλλα παιδιά.
Στην περιφέρεια είναι ακόμη πιο δύσκολα για τα χαρισματικά παιδιά˙ όχι μόνο λόγω της αντιμετώπισης από τον περίγυρο, αλλά και λόγω των περιορισμένων έως ανύπαρκτων– ευκαιριών για ενασχόληση με τα ενδιαφέροντά τους ή για ανάπτυξη νέων. Στην επαρχία, αν τα παιδιά δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ, δεν υπάρχει τίποτα άλλο με το οποίο θα μπορούσαν να ασχοληθούν, τουλάχιστον σε ομαδικό επίπεδο. Σκεφτήκαμε πολλές φορές να επιστρέψουμε στην Αθήνα, την οποία, από επιλογή, είχαμε εγκαταλείψει με τον σύζυγό μου όταν ήμασταν νεότεροι και χωρίς παιδιά. Ωστόσο, ήταν μια απόφαση την οποία δεν πήραμε τελικά, γιατί δεν θέλαμε να αλλάξουμε τόσο πολύ τη ζωή μας ώστε να το βιώσουμε ως θυσία για τα παιδιά. Τα παροτρύνουμε εντούτοις, να επιλέξουν για τη ζωή τους να σπουδάσουν, να εργαστούν και να ζήσουν εκεί που θα νοιώθουν καλά, και όχι εκεί που έζησαν τα παιδικά τους χρόνια ή που θα ζούμε εμείς. Μάλιστα, μεταξύ σοβαρού και αστείου, περισσότερο μεταξύ σοβαρού, όσο κόστος κι αν ενέχει αυτό, και οικονομικό και συναισθηματικό, τους δηλώνω ότι δεν θα τους επιτρέψω να δηλώσουν τοπικές σχολές !!!
Ο Αναστάσιος, που ήταν ένα πολύ ήσυχο, ευγενικό και καλότροπο παιδάκι, δεν αντιδρούσε και δεν αντίπραττε ποτέ, είχε και ένα πρόβλημα στην εκφορά του “ρ”, δεινοπάθησε ! Ο δε Νικόλας, επειδή πάντα υποστήριζε με σθένος τις απόψεις του, ήταν πάντα στα μάτια των άλλων το “κακότροπο”, “αυθάδες” και “ανυπάκουο” παιδί !
Παρόλο που ήταν πολυμαθή, με απίστευτο εύρος γνώσεων και ποικίλα και ευρύτατου φάσματος ενδιαφέροντα, δεν θεωρήθηκαν ποτέ καλοί μαθητές˙ καλός μαθητής είναι αυτός που απαντά στο μάθημα της ημέρας, που γράφει τις ασκήσεις και κάνει τις εργασίες, που κάθεται ήσυχα, που δεν αντιμιλά˙ τα παιδιά μας ήταν πάντα εκτός αυτών των ορίων˙ όταν γνωρίζεις πολύ περισσότερα από όσα διδάσκεσαι ή/και από όσα γνωρίζει ο δάσκαλος, όταν αμφισβητείς το νόημα τού να γράψεις 20 φορές την αντιγραφή, όταν διορθώνεις τον δάσκαλο και επισημαίνεις τις ανακρίβειες ή/και τις ευήθειες, τότε σίγουρα δεν είσαι το αγαπημένο παιδί τις τάξης.
Όλη η σχολική τους ζωή είναι έμπλεη άσχημης κριτικής, θλιβερών υποδείξεων, κακοηθέστατων υπαινιγμών και ποταπών αντιμετωπίσεων˙ ο Αναστάσιος, στην Δευτέρα δημοτικού είχε μια τερατωδώς εμπαθή δασκάλα, που συνεχώς τον έβγαζε από την τάξη τιμωρία, γιατί “έλεγε εξυπνάδες”. Ο δε Νικόλας, κάποια φορά που διόρθωσε ευθαρσώς τον δάσκαλο που τους είπε ότι τα ψηφία του δεκαδικού συστήματος είναι εννιά (!!!) έγινε το “μαύρο πρόβατο” για όλη την υπόλοιπη χρονιά.
Αλλάξαμε τόσα σχολεία, όσα σχεδόν τα σχολικά τους χρόνια, στην αρχή ελπίζοντας ότι θα βρούμε το σχολείο που θα μπορεί στοιχειωδώς να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους, και μετά αναζητώντας το σχολείο όπου θα αποτελέσουν τον ελάσσονα στόχο.
Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, περάσαμε και από την ιδιωτική εκπαίδευση. Δεν αμφισβητώ το γεγονός ότι μερικά καλά ιδιωτικά σχολεία, ειδικά όσα διενεργούν εξετάσεις για την επιλογή των μαθητών τους, έχουν σίγουρα παιδιά με υψηλό επίπεδο, γνωστικό ή/και νοητικό, και αυτό αποτελεί από μόνο του ένα καλό λόγο για να επιλέξει κανείς ένα τέτοιο σχολείο, ωστόσο σίγουρα δεν αποτελεί τη λύση που έχουν ανάγκη τα χαρισματικά παιδιά. Πάντως, ιδιωτικά σχολεία που μπορεί να επικαλούνται προγράμματα και δομές για χαρισματικά παιδιά, σας διαβεβαιώ το πράττουν παραπειστικά, επειδή, δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα, δεν υπάρχει στην Ελλάδα δυνατότητα ειδικής εκπαιδευτικής μεταχείρισης για τα χαρισματικά παιδιά.
Παραινώ τους γονείς να μην μιλούν ανοιχτά για τη διαφοροποίηση των παιδιών τους. Από την προσωπική μας εμπειρία, όσες φορές το πράξαμε στην αρχή, διαπιστώσαμε ότι λειτουργεί περισσότερο αρνητικά, παρά θετικά˙ σε επισημάνσεις ή/και αιτιάσεις εκπαιδευτικών, προσπαθούσαμε πάντα να κρατάμε πολύ χαμηλό προφίλ, αν και δεν ήταν πάντα εύκολο.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν ο Νικόλας ήταν δευτέρα Γυμνασίου, παρακολουθούσε στο Πανεπιστήμιο τα εργαστηριακά μαθήματα ζωγραφικής και συναγωνίζονταν επάξια τους φοιτητές παρά τα 5 χρόνια διαφορά. Λοιπόν, στο σχολείο είχαν μια καθηγήτρια καλλιτεχνικών, που τους έδινε φωτοτυπίες με πεταλούδες για να τις ζωγραφίσουν με μαρκαδόρους˙ το παιδί φυσικά το έβρισκε πολύ παιδαριώδες και ανυπόφορα πληκτικό, του ήταν αδύνατον να ασχοληθεί με αυτό˙ προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε ότι ο Νικόλας είναι πολύ προχωρημένος και ότι παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής στο πανεπιστήμιο˙ η καθηγήτρια, όχι μόνο δεν έδειξε την παραμικρή κατανόηση, όχι μόνο τον “τιμώρησε” με χαμηλό βαθμό, αλλά, επιπλέον, τον βομβάρδιζε με επικριτικά και κακοηθέστατα σχόλια, και τον αποδοκίμαζε με κάθε ευκαιρία.
Δεν ήταν η μόνη περίπτωση˙ όλα τα χρόνια πέρασαν γεμάτα με διαμάχες και συγκρούσεις, και με πλήθος περιστατικά διαπληκτισμών και λογομαχιών, με εκπαιδευτικούς, με άλλους γονείς, με φίλους και γνωστούς, με γείτονες, ακόμη και με συναδέλφους, σε μια προσπάθεια, αρχικά να τους πληροφορήσουμε, μετά να τους εξηγήσουμε, μετά να διεκδικήσουμε, μετά απλά να διεξέλθουμε˙ πάντα όμως το μέλημά μας ήταν να στηρίζουμε τα παιδιά, να τα θέτουμε προ των δικών τους ευθυνών, επιλογών, προσδοκιών και προτιμήσεων˙ ωστόσο, όσο κι αν προσπαθήσαμε να τα θωρακίσουμε, ώστε να επηρεάζονται όσο το δυνατόν λιγότερο, είναι αμέτρητες οι φορές που πληγώθηκαν και απογοητεύτηκαν και ένιωσαν αποκαρδιωμένα. Δεν είναι εύκολο να βρεις μια λογική απάντηση σε μια παράλογη συμπεριφορά, και τι να απαντήσεις σε ένα οργισμένο παιδί, που σου φωνάζει ότι το μόνο που επιθυμεί τελικά στη ζωή του είναι να είναι σαν όλα τα παιδιά !
Τα χαρισματικά παιδιά υποφέρουν από το “σύνδρομο του Έβερεστ”˙ βιώνουν όλη τους τη ζωή μια απίστευτη μοναξιά, είτε από επιλογή, είτε από ανάγκη˙ και δυστυχώς δεν είναι κανείς σε θέση να πει με βεβαιότητα σε ένα γονιό τι να κάνει με το χαρισματικό παιδί. Το μόνο που μπορώ εγώ, από προσωπική εμπειρία, να πω με βεβαιότητα είναι ότι το χαρισματικό παιδί, μόνο οι γονείς του μπορούν να το στηρίξουν, να το ενισχύσουν, να του παρασταθούν, να το βοηθήσουν. Οι γονείς γίνονται οι φίλοι, οι δάσκαλοι, οι συμπαίκτες, παιδαγωγοί, ψυχολόγοι, ενίοτε και λογοθεραπευτές, γίνονται το στήριγμα του παιδιού. Ωστόσο αυτό ενέχει τον πολύ μεγάλο κίνδυνο να γίνουν και το δεκανίκι του παιδιού και, από υπερβολική επιθυμία να παράσχουν στο παιδί προστασία και ασφάλεια, να μην το αφήσουν να δοκιμάσει ποτέ τις δικές του “αντοχές”.
Η ζωή με το χαρισματικό παιδί, είναι μια μακρά πορεία εσωτερικών και εξωτερικών ματαιώσεων, απογοητεύσεων, θυμού, οργής, αδυναμίας, πικρίας, αλλά και χαράς, και υπερηφάνειας, και  ικανοποίησης, ελπίδας, εκπλήξεων, θαυμασμού, αλλά και φόβων και αγωνίας και εσωτερικής πάλης και μοναξιάς, και το ζητούμενο είναι, γονείς και παιδί, να τη διανύσουν με το μικρότερο κόστος και τη μεγαλύτερη απόλαυση.
Είναι σημαντικό, οι γονείς χαρισματικών παιδιών να γνωρίζουν ότι τα παιδιά τους είναι παιδιά με ειδικές ανάγκες, ειδικές ανάγκες σε εκπαιδευτικό επίπεδο, ειδικές ανάγκες σε συναισθηματικό και ψυχολογικό επίπεδο, ακόμη-ακόμη και σε οικονομικό επίπεδο, -οι γονείς που θέλουν να υποστηρίξουν τις γνωστικές ανάγκες τού παιδιού τους θα χρειαστούν μία περιουσία –ή και δύο– για να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη εργαλεία και μέσα γνώσης.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι να στεκόμαστε κριτικά απέναντι στους εαυτούς μας, να επανεξετάζουμε και να επαναπροσδιορίζουμε συνεχώς τους  στόχους μας, τις προθέσεις μας, τις προσδοκίες που έχουμε από τα παιδιά μας, κάθε φορά πάντως, επιβάλλεται να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε καθαρά αν οι επιλογές που κάνουμε, τις κάνουμε για εμάς ή για το παιδί˙ και πάντα να σταθμίζουμε και να επαναπροσδιορίζουμε τις επιθυμίες μας για το μέλλον του παιδιού˙ επιθυμούμε για το παιδί μια λαμπρή ακαδημαϊκή πορεία σε βάρος της συναισθηματικής και ψυχικής του υγείας ή ένα "υγιές" (πάντα σε εισαγωγικά) παιδί με λιγότερο λαμπρό αποτέλεσμα ?
_______________________________________________
Συμπληρωματικά αυτής της προσωπικής αφήγησης, τον Νοέμβριο του 2014 --ο Νικόλας ήταν πλέον 22 ετών και ο Αναστάσιος 20--, προστέθηκε η παρακάτω σημείωση:
Νομίζαμε τότε πως 
αφού τα παιδιά είχαν φτάσει πλέον στην Γ' Λυκείου [το 2009], είχαμε διεξέλθει πια, λίγο ως πολύ, τον γολγοθά. Αλλά το επόμενα 3 χρόνια που ακολούθησαν -- σπουδών εκτός πόλης, ματαιώσεων, απογοήτευσης, αποκαρδίωσης, αποκαρτέρησης, συντριβής στόχων και προσδοκιών, κατάλυση συναισθηματική και ψυχική-- ήταν ακόμη πιο δύσκολα και ακόμη πιο σκληρά και για εμάς και για τα παιδιά.