Ο Σύλλογος ιδρύθηκε το 2003. Δραστηριοποιούμαστε στην παροχή υποστήριξης και καθοδήγησης στους γονείς για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστούν την διαφοροποίηση των παιδιών τους. Διενεργούμε δοκιμασίες μέτρησης και αξιολόγησης χαρακτηριστικών και παρέχουμε συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη σε χαρισματικούς και τις οικογένειές τους.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Νομοθεσία



Το Υπουργείο Παιδείας με την απουσία πρότασης στο νομοσχέδιο ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης που προτίθεται να καταθέσει εντός του προσεχούς διαστήματος, παραβιάζει εκ προθέσεως και με προκλητική συνέπεια τα δικαιώματα των χαρισματικών και ταλαντούχων παιδιών, αγνοώντας επιδεικτικά τις επιταγές του Συντάγματος και τους κανόνες και τις Αρχές της Κοινοτικής και διεθνούς εννόμου τάξεως που εγγυώνται και διασφαλίζουν το δικαίωμα κάθε γονέα και κάθε μαθητή σε παροχή παιδείας υψηλού επιπέδου, με όρους ισότητας και ανάλογα με τις ικανότητές τους.

Συγκεκριμένα:
-     Τις διατάξεις των παρ. 2 και 4 του άρθρου 16 του Συντάγματος –η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει ως σκοπό την αγωγή των Ελλήνων και την διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες και ενισχύει (το Κράτος) τους διακρινόμενους ως και τους δεόμενους αρωγής ή ειδικής προστασίας, ανάλογα με τις ικανότητές τους.
-     Το άρθρο 126 της ΣΕΕ (πρώην 149 της ΣΕΚ) η παροχή παιδείας υψηλού επιπέδου αποτελεί κοινοτικό σκοπό, που υλοποιείται και εξειδικεύεται, κατ’ αρχήν, από τα κράτη-μέλη, σύμφωνα με τις κοινοτικές δικαιϊκές αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας (όσο βέβαια δεν υφίσταται και δεν αναλαμβάνεται κοινή δράση από τα κοινοτικά όργανα, ειδικά ανατιθέμενη σ’ αυτά).
-     Το άρθρο 26 της Οικουμενικής Διακήρυξης των για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της δ.ε. του ΟΗΕ καθένας έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση, η οποία πρέπει να είναι ανοικτή σ’ όλους, υπό ίσους όρους, ανάλογα με τις ικανότητές τους […] Οι γονείς έχουν, κατά προτεραιότητα, το δικαίωμα να επιλέγουν το είδος της παιδείας που θα δοθεί στα παιδιά τους.
-     Το άρθρο 2 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, που έχει κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 συνταγματική υπερνομοθετική ισχύ) «ουδείς δύναται να στερηθεί του δικαιώματος όπως εκπαιδευτεί».
-     Το άρθρο 13 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά δικαιώματα, που υπογράφτηκε στη Νέα Υόρκη στις 19.12.1966, με τη φροντίδα των Ηνωμένων Εθνών (ν. 1532/1985, που επίσης έχει κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 Συνταγματική υπερνομοθετική ισχύ) καθιδρύεται άμεσα το δικαίωμα μόρφωσης, που αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αισθήματος της αξιοπρέπειας και ενισχύει τον σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Η μόρφωση πρέπει να καθιστά κάθε πρόσωπο ικανό να διαδραματίσει ένα χρήσιμο ρόλο σε μία ελεύθερη κοινωνία και πρέπει να παρέχεται σ’ όλους, ισότιμα, ανάλογα με τις ικανότητές τους, με όλα τα κατάλληλα μέσα.
-     Το άρθρο 14 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 7 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που αποτελεί το προσχέδιο του Ευρωπαϊκού Συντάγματοςεπιβεβαιώνεται το θεμελιώδες δικαίωμα στην εκπαίδευση, υπό την έννοια των διατάξεων που προεκτέθησαν,
-     Το άρθρο 7 της Διακήρυξης της Σαλαμάνκα της UNESCO για το πλαίσιο δράσης στην Ειδική Εκπαίδευση και το θεμελιώδες κείμενο για την Άρση του Αποκλεισμού στην Εκπαίδευση –η εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά περιλαμβανομένων και των χαρισματικών,
-     Την 1248/1994 RECOMMENDATION On education for gifted children του Συμβουλίου της Ευρώπης όπου, μεταξύ άλλων, υποδεικνύει σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε.:
  Να ψηφίσουν και να θέσουν σε εφαρμογή νομοθεσίες που να προωθούν τη στήριξη αυτών των παιδιών.
  Να προωθήσουν ερευνητικά προγράμματα για την εις βάθος διερεύνηση της φύση και της συμπεριφορά των χαρισματικών παιδιών, καθώς και τους λόγους που προκαλούν τις χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο.
  Να παράσχουν συμπληρωματικά εκπαιδευτικά, ενισχυτικά προγράμματα τόσο σε μαθητές, όσο και σε εκπαιδευτικούς.
  Να διαμορφώσουν το κατάλληλο έδαφος για την προσαρμογή των χαρισματικών παιδιών στο νέο εκπαιδευτικό κλίμα που επιχειρείται να καθιερωθεί (ένταξη συμπληρωματικού – ενισχυτικού κύκλου μαθημάτων στο ευρύτερο εκπαιδευτικό σύστημα).
  Να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα, ώστε να αποφευχθεί ο στιγματισμός κάποιου μαθητή εξαιτίας της χαρισματικής του φύσης αποζητώντας την εποικοδομητική αξιοποίηση ενός τέτοιου χαρίσματος και όχι την πρόκληση αρνητικών συνεπειών για τον ίδιο τον μαθητή.
  Τέλος, να προωθήσουν μία εποικοδομητική συνεργασία (μέσω συμβουλίων, διαλέξεων και δικτύου συνεργασιών) μεταξύ εκπαιδευτικών, γονιών, ψυχολόγων και όλων των σχετιζόμενων ειδικοτήτων, με σκοπό την επιτυχή πραγμάτωση μιας τέτοιας παρέμβασης.

Παρά τις Συνταγματικές επιταγές και από τους κανόνες δικαίου καθιδρυόμενα δικαιώματα, σε κανέναν από τους νόμους ή τις νομοθετικές ρυθμίσεις περί ειδικής αγωγής, από το 1980 μέχρι το 2000 (1143/1981, 1566/1985, 2817/2000), δεν γίνεται λόγος για τα χαρισματικά παιδιά ως άτομα με ιδιαίτερες ικανότητες και ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες που χρήζουν ιδιαίτερης εκπαιδευτικής μεταχείρισης. Για πρώτη φορά αναφέρεται ότι «Ειδικής εκπαιδευτικής μεταχείρισης μπορεί να τύχουν τα άτομα που έχουν ιδιαίτερες νοητικές ικανότητες και ταλέντα» και αναγνωρίζονται οι χαρισματικοί και ταλαντούχοι μαθητές ως ομάδα του μαθητικού πληθυσμού με ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες, στο νόμο 3194/2003.

Στο άρθρο 3 παρ. 3 του νόμου 3699/2008 προβλέπεται ότι «Μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι οι μαθητές που έχουν μία ή περισσότερες νοητικές ικανότητες και ταλέντα ανεπτυγμένα σε βαθμό που υπερβαίνει κατά πολύ τα προσδοκώμενα για την ηλικιακή τους ομάδα. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κατόπιν εισήγησης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ανατίθεται η ανάπτυξη προτύπων αξιολόγησης και ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τους συγκεκριμένους μαθητές σε Σχολές ή Τμήματα Α.Ε.Ι. που, κατόπιν πρόσκλησης που τους απευθύνει το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, εκδηλώνουν ενδιαφέρον…». Ωστόσο δεν εφαρμόστηκε ποτέ αφού στο τέλος της παραγράφου αναφέρεται ότι "Στους μαθητές αυτούς δεν έχουν εφαρμογή οι λοιπές διατάξεις του παρόντος νόμου" στερώντας τους με αυτό τον τρόπο το δικαίωμα από μία σειρά επιλογών και παροχών που τις έχουν πραγματικά ανάγκη, όπως για παράδειγμα παράλληλη στήριξη, ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα, εξατομικευμένη διδασκαλία. Και βεβαίως, ουδέποτε εκδόθηκε από οποιονδήποτε εκ των εφεξής υπηρετησάντων Υπουργών Παιδείας πρόσκληση ή/και απόφαση ανάθεσης σε Σχολές ή Τμήματα ΑΕΙ για την ανάπτυξη προτύπων αξιολόγησης και ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

Στο παρόν νομοσχέδιο για την ειδική αγωγή και εκπαίδευση διαπιστώσαμε ότι, δυστυχώς, για μία ακόμη φορά δεν λαμβάνεται καμία μέριμνα˙ το άρθρο του προηγούμενου νόμου 3699/2008 επαναλαμβάνεται αυτολεξεί παραπέμποντας επί της ουσίας τη λήψη των αναγκαίων και επιβεβλημένων νομοθετικών ρυθμίσεων στις … Ελληνικές καλένδες ! Η Πολιτεία επέλεξε για μία ακόμη φορά να “θέσει στην κατάψυξη” το ζήτημα των χαρισματικών αφού παρελκύεται κάθε είδους δυνατότητα για δράσεις, ενέργειες και δραστηριοποιήσεις σχετικά με τα χαρισματικά παιδιά. Επί της ουσίας η Πολιτεία εκχωρεί τη δικαιοδοσία και παραχωρεί τις αρμοδιότητες στα ΑΕΙ να καταρτίσουν εθνική πολιτική για το θέμα και να ορίσουν το περιεχόμενο της ειδικής μέριμνας που απαιτείται. Ενέργεια η οποία δεν είναι μόνον κατεξοχήν αντισυνταγματική, αλλά και προεχόντως κινδυνώδης. Η εμπειρία μέχρι τώρα έχει καταστήσει ξεκάθαρο ότι όσοι ασχολούνται με τα χαρισματικά δεν το κάνουν πάντα από αγαθή πρόθεση ή με ανιδιοτελή σκοπό και δεν είναι πάντα ανυστερόβουλες οι επιδιώξεις τους. Έχουμε δει “ειδήμονες” που στοχεύουν να οικοδομήσουν καριέρα ασχολούμενοι με αυτό το θέμα, έχουμε δει “ειδικούς” που αποβλέπουν σε χρηματοδοτήσεις και επιχορηγήσεις, έχουμε δει “εμπειρογνώμονες” που προβάλλουν ή/και επενδύουν τις δικές τους προσδοκίες, ανασφάλειες ή/και αποτυχίες πάνω στα παιδιά μας.

Για τα χαρισματικά και ταλαντούχα παιδιά, το θεμελιώδες δικαίωμα στη μόρφωση, παραμένει επί της ουσίας κενό περιεχόμενου και ανενεργό, προς δύο κατευθύνσεις:
α. δια της παραλείψεως συμπληρωματικών και ειδικών κανονιστικών ρυθμίσεων, επιτασσόμενων από υπερκείμενους κανόνες δικαίου (π.χ. ΣΤΕ 5,6/2001 τμ. Α’ 7μ.), και
β. δια του καθορισμού, από τον κοινό νομοθέτη, εφαρμογής κανονιστικών ρυθμίσεων, μέσω αναχρονιστικών, παράλογων, άδικων, αντιπαιδαγωγικών, αλλά προεχόντως αντισυνταγματικών διατάξεων όπως, για παράδειγμα το π.δ. 201/1998 «οργάνωση και λειτουργία Δημοτικών σχολείων» για την εγγραφή των μαθητών του δημοτικού σχολείου ή η υ.α. Δ/31079/1.9.1979 για την κατανομή των μαθητών στα τμήματα που δημιουργούνται κατά αλφαβητική σειρά.

Η κανονιστική παράλειψη της διοικήσεως να ασκήσει την παρεχόμενη σ’ αυτή δευτερογενή νομοθετική λειτουργία και να διαμορφώσει το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο, προκειμένου να υλοποιήσει το αμέσως καθιδρυόμενο από τους κανόνες δικαίου δικαίωμα στη μόρφωση και για την παραπάνω κατηγορία των μαθητών, είναι άδικη και αντιπαιδαγωγική, αλλά προεχόντως μη νόμιμη, αντισυνταγματική και αντίθετη προς την διεθνή, κοινοτική και εθνική έννομη τάξη, που εγγυώνται και διασφαλίζουν το πραγματικό δικαίωμα στη μόρφωση.